ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Οι διεθνείς συμφωνίες για ελεύθερο εμπόριο αντιμετωπίζουν πολίτικες και λαϊκές αντιδράσεις, αλλά και ενστάσεις από Ρυθμιστικές Αρχές

10:35 - 13.10.2016

Σύμφωνα με τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία σημειώθηκε στασιμότητα στο διεθνές εμπόριο. Και τούτο κυρίως ως αποτέλεσμα της αύξησης των προστατευτικών μέτρων.

Σύμφωνα με έκθεση του Global Trade Alert που παρακολουθεί τον προστατευτισμό διεθνώς  o όγκος του διεθνούς εμπορίου παρέμεινε στάσιμος από τον Ιανουάριο του 2015.

Στο μεταξύ στατιστικά στοιχεία του Απριλίου 2016 δείχνουν ότι  τόσο οι εξαγωγές όσο και οι εισαγωγές διεθνώς παραμένουν πιο κάτω από ότι ήταν τον Ιανουάριο του 2015 και κινήθηκαν από τότε ελάχιστα. Αναφέρεται ότι τόσο το ΔΝΤ όσο και ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) πιστεύουν ότι ο κυριότερος λόγος για τη στασιμότητα αποτελεί η αύξηση προστατευτισμού.

Όσον αφορά την Κύπρο κατά το 2015 οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 0,6% στα €5,1 δις, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 20,3% στα  €1,7 δις., δηλαδή σημειώθηκε εμπορικό περίσσευμα ύψους €3,4 δις. Η Κύπρος δεν επηρεάζεται σημαντικά από τον παγκόσμιο προστατευτισμό προϊόντων λόγω του μικρού μεγέθους συναλλαγών σε αγαθά αφού είναι χώρα αμιγώς υπηρεσιών.

Στις αρχές του 2013 η Αμερική και η Ε.Ε. άρχισαν συνομιλίες για τη σύναψη διμερούς εμπορικής συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου, γνωστή ως Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP). Από τότε, δηλαδή τρία χρόνια μετά, η επίτευξη συμφωνίας δεν έχει επιτευχθεί. Οι συνομιλίες έχουν αντιμετωπίσει πολιτική και λαϊκή αντίδραση, αλλά και ενστάσεις από Ρυθμιστικές Αρχές.

Βασικά, η συμφωνία αναφέρεται στην ελευθεροποίηση περισσότερων υπηρεσιών παρά αγαθών και έτσι έχει επικεντρωθεί περισσότερο στους κανονισμούς παρά στους εισαγωγικούς δασμούς. Αλλά οι διαπραγματευτές απέτυχαν να λάβουν υπόψη τους τις δυσχέρειες να υποχρεωθούν οι ρυθμιστικές αρχές στην Αμερική και την Ε.Ε. να συντονίσουν τα πρότυπα τους. Παράλληλα, και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού δημιουργήθηκε ψυχρότητα στη συνομολόγηση νέων συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου.  

Μετά που το Κογκρέσο στην Αμερική επικύρωσε συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου με ορισμένες μικρές χώρες όπως είναι η Κολομβία, ο Παναμάς και η Νότια Κορέα το Αμερικανικό Κογκρέσο έχει αλλάξει νοοτροπία και δεν αντιμετωπίζει φιλικά νέες εμπορικές συμφωνίες. 

Αναφέρεται ότι ο Υπουργός για το διεθνές εμπόριο της Γαλλίας, κ.  Matthias Fekl έχει ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τερματίσει τις συνομιλίες για τη συνομολόγηση εμπορικής συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου με την Αμερική. Και τούτο ως αποτέλεσμα των συνεχών αιτημάτων από την Αμερική και του γεγονότος όπως δήλωσε ο κ. Fekl ότι οι Αμερικανοί δεν είναι διατεθειμένοι να προβούν σε υποχωρήσεις. Στην Γαλλία που προετοιμάζεται για προεδρικές εκλογές το 2017 το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα του προέδρου, κ. Ολάντ όπως και άλλοι κεντροδεξιοί  υποψήφιοι πρόεδροι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα προστατευτικά επιχειρήματα του ακροδεξιού κόμματος της κας. Marine Le Pen. Επίσης, ο αντικαγκελάριος της Γερμανίας, κ.  Sigmar Gabriel δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου με την Αμερική έχουν αποτύχει. Παράλληλα, στη Γερμανία αριστεροί πολιτικοί αντιτίθενται στη συμφωνία αυτή φοβούμενοι ότι θα υποβαθμίσει τα περιβαλλοντικά πρότυπα και τα δικαιώματα των εργαζομένων. 

Αναφέρεται ότι οι επικρίσεις εναντίον των διαπραγματεύσεων που προήλθαν από τον κ. Gabriel έχουν εκνευρίσει τους Γερμανούς επιχειρηματικούς ηγέτες που υποστηρίζουν ότι μια εμπορική συμφωνία θα βελτιώσει την πρόσβαση των γερμανικών εταιρειών στην Αμερική και θα οδηγήσει σε περισσότερες θέσεις εργασίας. Αναφέρεται όμως ότι αντίθετα από τον αντικαγκελάριο, η καγκελάριος κα.  Άνγκελα Μέρκελ έχει εκφράσει εμπιστοσύνη της στη συμφωνία αυτή, το ίδιο υποστήριξε και η κα. Cecilia Malmstrom κοινοτική Επίτροπος για το εμπόριο, που δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται. Αναφέρεται δε ότι στην Πρατισλάβα οι Υπουργοί Εμπορίου της Ε.Ε. συμφώνησαν όπως οι διαπραγματεύσεις συνεχίσουν.

Η άλλη συμφωνία 12 χωρών  της Ασίας Ειρηνικού  Trans – Pacific Partnership (TTP) μεταξύ των οποίων η Αμερική, η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, η οποία έχει υπογράψει τον περασμένο Φεβρουάριο, αντιμετωπίζει προβλήματα στο Αμερικανικό Κογκρέσο. Ο Ρεπουμπλικάνος  προεδρικός υποψήφιος, κ. Donald Trump αντιτίθεται στην συμφωνία αυτή, ενώ η δημοκρατική υποψήφια κα. Χιλαρη Κλιντον, η οποία ως Υπουργός Εξωτερικών είχε εμπλακεί στη διαπραγμάτευση της συμφωνίας αυτής, έχει δηλώσει  ότι δεν μπορεί να την υποστηρίξει υπό την παρούσα της μορφή.  Βέβαια, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ελπίζει ότι το Κογκρέσο θα την εγκρίνει μεταξύ της εκλογικής περιόδου του Νοεμβρίου και της εγκατάστασης του νέου προέδρου τον Ιανουάριο.  Αλλά αυτό είναι μάλλον απίθανο. 

Παράλληλα, ο κ. Donald Trump έχει δηλώσει ότι η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου μεταξύ Αμερικής, Καναδά και Μεξικού, γνωστή ως ΝAFTA, είναι καταστροφική τη δε συμφωνία ΤΤΡ την αποκαλεί μια ``απαίσια συμφωνία΄΄ και απειλεί να επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς στις αμερικανικές εταιρείες που μετακινούν εργασίες στο εξωτερικό. Αντίθετα, ο υποψήφιος αντιπρόεδρος των ρεπουμπλικάνων, κ. Mike Pence, κυβερνήτης της πολιτείας Indiana, δήλωσε, ότι το ελεύθερο εμπόριο σημαίνει νέες θέσεις εργασίας και πιστεύει στις παραδοσιακές απόψεις των ρεπουμπλικανών για τα πλεονεκτήματα των χαμηλών δασμών και το διεθνές εμπόριο. Το 2015 η Πολιτεία  Indiana είχε εξαγάγει σχεδόν $34 δις εμπορεύματα με τις κυριότερες αγορές στο Καναδά, το Μεξικό και την Ιαπωνία. Επίσης, το 2014, που είναι τα πιο πρόσφατα στοιχεία, οι γεωργοί της  Indiana  αποκόμισαν  από τις ξένες αγορές περισσότερα από $5,7 δις.

Στο μεταξύ η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου που έχει υπογραφεί μεταξύ του Καναδά, και της Ε.Ε.  (Comprehensive Economic and Trade Agreement – CETA) αντιμετωπίζει και αυτή προβλήματα επικύρωσης. Έτσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγκάστηκε να αθετήσει  την προηγουμένη της θέση ότι η συμφωνία αυτή μπορούσε να επικυρωθεί σε διακυβερνητικό επίπεδο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να παραδεχθεί ότι ορισμένες πρόνοιες της συμφωνίας χρειάζεται να εγκριθούν από μεγάλο αριθμό εθνικών και περιφερειακών κοινοβουλίων σε ολόκληρη την Ε.Ε. Η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου EE – Καναδά -  CETA, αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης και των θέσεων εργασίας με την προώθηση των εξαγωγών, και τη μείωση του κόστους των εισαγωγών της επιχείρησης που χρειάζονται ως πρώτες ύλες για την κατασκευή των προϊόντων τους. Παράλληλα, προσφέρει περισσότερη επιλογή στους καταναλωτές, διατηρεί τα ψηλά ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ παρέχει σημαντικές ευκαιρίες αγοράς για τις ευρωπαϊκές εταιρείες και ειδικά των πιο μικρών. 

Αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ακόμα προσπαθεί να επιτύχει ομόφωνη στήριξη της συμφωνίας αυτής. Έτσι στην Πρατισλάβα οι  Υπουργοί Εμπορίου και Ε.Ε. έδωσαν την έγκριση τους για την επικύρωση της CETA.  Αναφέρεται όμως ότι η κυβέρνηση της Αυστρίας είναι διχασμένη όσον αφορά το θέμα  αυτό, ενώ υπάρχει ένσταση και στο κοινοβούλιο του Βελγίου. Κατά συνέπεια, προβλέπεται ότι η επικύρωση της συμφωνίας αυτής είναι πιθανόν να καθυστερήσει για χρόνια, αφού δεν μπορεί να εφαρμοστεί μέχρις ότου  επικυρωθεί από εθνικά και περιφερειακά κοινοβούλια στην Ε.Ε. 

Όσον αφορά το διεθνές εμπόριο  η διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ κα.  Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε ότι η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να αντιμετωπίσει νέο κύμα προστατευτισμού, αντί οι ασκούντες πολιτικοί να συγκεντρωθούν στην ενδυνάμωση του διεθνούς εμπορίου. Η κα. Λαγκάρντ προειδοποιεί ότι οι οικονομικοί κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία επιδεινώθηκαν από δηλώσεις πολιτικών και από την αυξημένη αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση. Ο περιορισμός του διεθνούς εμπορίου είναι μια καθαρή περίπτωση κακής οικονομικής πρακτικής. Οι δε οικονομολόγοι πιστεύουν ότι είναι η αύξηση του προστατευτισμού που έχει οδηγήσει στην επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου. Ο ΠΟΕ έχει αναφέρει ότι ο όγκος του διεθνούς εμπορίου αναμένεται να αυξηθεί κατά μόνο 1,7% κατά το 2016, ρυθμός που είναι ο πιο χαμηλός από τότε που άρχισε η χρηματοοικονομική κρίση το  2008. 

ΕΝΘΕΤΑ
Η διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ, κα.  Κριστιν Λαγκάρντ δήλωσε ότι η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να αντιμετωπίσει νέο κύμα προστατευτισμού.

Οι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι είναι η αύξηση του προστατευτισμού που έχει οδηγήσει στην επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου.

Τόσο το ΔΝΤ όσο και ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) πιστεύουν ότι ο κυριότερος λόγος για τη στασιμότητα αποτελεί  η αύξηση προστατευτισμού.

Υ.Γ: Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG.

Μιχάλης Μιχαήλ, Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG Limited